- πρόσκλυσις
- πρόσκλυσιςwashingfem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
προσκλύσει — πρόσκλυσις washing fem nom/voc/acc dual (attic epic) προσκλύσεϊ , πρόσκλυσις washing fem dat sg (epic) πρόσκλυσις washing fem dat sg (attic ionic) προσκλύζω wash with waves aor subj act 3rd sg (epic) προσκλύζω wash with waves fut ind mid 2nd sg… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πρόσκλυση — η / πρόσκλυσις, ύσεως, ΝΑ [προσκλύζω] υπερεκχείλιση, πλημμύρισμα νεοελλ. (νομ.) η από την φορά τών ποτάμιων υδάτων απόσπαση παραποτάμιου εδάφους από ένα κτήμα και η φυσική ένωσή του με άλλο κτήμα τής ίδιας ή τής απέναντι όχθης … Dictionary of Greek
προσκλύσῃ — προσκλύσηι , πρόσκλυσις washing fem dat sg (epic) προσκλύζω wash with waves aor subj mid 2nd sg προσκλύζω wash with waves aor subj act 3rd sg προσκλύζω wash with waves fut ind mid 2nd sg προσκλύζω wash with waves aor subj mid 2nd sg προσκλύζω… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)